ίσκιωμα

ίσκιωμα
το
γεν. -ατος
1. σκιά από δέντρα, φυτά, τοίχο.
2. τόπος με σκιά.
3. μτφ., προστασία, προφύλαξη.
4. μτφ., φάντασμα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”